Στο πλαίσιο της θεσμικής του αρμοδιότητας και της εκπροσώπησης των μελών του, το Δ.Σ. του ΣΕΕΠΕΑ Νοτίου Αιγαίου έλαβε γνώση ότι ψυχολόγοι ΠΕ23, μέλη του Συλλόγου, οι οποίοι υπηρετούν σε σχολικά πλαίσια και σε δομές ΚΕΔΑΣΥ, κλήθηκαν να συμβάλλουν εθελοντικά στη χορήγηση του ερωτηματολογίου για την στάθμιση του Εργαλείου Προσωπικότητας Εφήβων MMPI-A-RF για εφήβους ηλικίας 14-18 ετών σε σχολεία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, κατόπιν και επίσημης έγκρισης της έρευνας από το Υπουργείο Παιδείας.
Ήδη από τη φάση αυτή της αρχικής ενημέρωσης, με αφορμή επιμορφωτικές συναντήσεις εισαγωγής στα ψυχομετρικά τεστ, κάποιοι ψυχολόγοι, μέλη του συλλόγου, εξέφρασαν προβληματισμούς σε σχέση με ζητήματα δεοντολογίας, αλλά και ηθικές διαστάσεις της διαδικασίας αυτής σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο.
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις δεοντολογικές προεκτάσεις της διαδικασίας, κατά την πρόσκληση για συνεργασία, οι συνάδελφοι ψυχολόγοι ενημερώθηκαν ότι, πριν την χορήγηση του Ερωτηματολογίου, θα προηγηθεί ολιγόωρη εκπαίδευση των συμμετεχόντων ψυχολόγων που θα χορηγήσουν το ερωτηματολόγιο για τη στάθμιση του MMPI-A-RF.
Ωστόσο, διεθνώς το MMPI-A-RF κατατάσσεται στα σύνθετα κλινικά ψυχομετρικά εργαλεία, για τα οποία απαιτείται το υψηλότερο δυνατό επίπεδο επαγγελματικής επάρκειας για χορήγηση και ερμηνεία. Το επίπεδο αυτό προϋποθέτει προχωρημένη κλινική κατάρτιση, ικανότητα διαχείρισης ευρημάτων ψυχοπαθολογίας και επάρκεια σε διαδικασίες προστασίας του εξεταζόμενου, ακριβώς επειδή τα αποτελέσματα τέτοιων εργαλείων μπορούν να έχουν ουσιαστικές συνέπειες για τη ζωή και την ψυχική υγεία ενός ατόμου.
Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, οι σχετικές επαγγελματικές κατευθυντήριες γραμμές (π.χ. μέσω της EFPA) υπογραμμίζουν ότι η χορήγηση σύνθετων κλινικών εργαλείων δεν είναι απλώς τεχνική διαδικασία, αλλά πράξη που απαιτεί κλινική κρίση, δεοντολογική ετοιμότητα και δομές ασφαλείας.
Η αναγκαιότητα αυτής της κλινικής επάρκειας δεν είναι τυπική ή γραφειοκρατική, αλλά απορρέει από την ευθύνη να προστατεύεται ένας έφηβος/ μια έφηβη κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας που μπορεί να ενεργοποιήσει ψυχική δυσφορία, να δημιουργήσει άγχος ή να προκαλέσει επιβάρυνση. Ιδίως όταν η χορήγηση γίνεται σε σχολικό πλαίσιο, όπου ο χώρος δεν είναι θεραπευτικός, ο διαθέσιμος χρόνος είναι περιορισμένος και οι δυνατότητες άμεσης κλινικής υποστήριξης δεν είναι εξασφαλισμένες, οι δικλείδες ασφάλειας οφείλουν να είναι σαφείς, τυποποιημένες και εφαρμόσιμες.
Οι ψυχολόγοι που στελεχώνουν τις σχολικές δομές ως μέλη του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού έχουν προσληφθεί με την ιδιότητα του σχολικού ψυχολόγου, ο οποίος είναι θεσμικά προσδιορισμένος και εστιάζει στην ψυχοκοινωνική υποστήριξη, στην πρόληψη και στη συνεργασία με την εκπαιδευτική κοινότητα. Δεν είναι αυτονόητο, ούτε μπορεί να θεωρείται δεδομένο, ότι η ιδιότητα του σχολικού ψυχολόγου συνεπάγεται εξειδίκευση στη χορήγηση και διαχείριση εργαλείων αυξημένης κλινικής πολυπλοκότητας που έχουν σχεδιαστεί για κλινική αξιολόγηση ψυχοπαθολογίας.
Η δεοντολογική ευθύνη δεν αφορά μόνο την «σωστή συμπλήρωση» του ερωτηματολογίου, αλλά τη συνολική ασφαλή διαδικασία: την παρακολούθηση της κατάστασης του εφήβου, τη δυνατότητα άμεσης αποφόρτισης μετά τη χορήγηση και την ενεργοποίηση σαφούς πρωτοκόλλου προστασίας σε περίπτωση ενδείξεων άμεσου κινδύνου.
Το ζήτημα αυτό καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμο, αν ληφθεί υπόψη ότι σε πολλές περιοχές της χώρας, ιδίως στην επαρχία και σε νησιωτικές κοινότητες, οι διαθέσιμες υποστηρικτικές δομές είναι εξαιρετικά περιορισμένες, έως και ανύπαρκτες. Είναι, μάλιστα, αξιοσημείωτο ότι μεταξύ των επιλαχόντων σχολικών πλαισίων περιλαμβάνονται και Γενικά Λύκεια, στα οποία σπανίως υπάρχει ενταγμένη σχολικά υπηρεσία ψυχολογικής υποστήριξης, παρά τις αυξημένες ανάγκες.
Θεωρούμε επίσης σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι το γεγονός πως μια χορήγηση πραγματοποιείται με σκοπό τη στάθμιση, δεν συνεπάγεται ότι μπορεί να διενεργείται με χαλαρότερες προϋποθέσεις από μια χορήγηση σε κλινικό περιβάλλον. Αντιθέτως, για να είναι τα αποτελέσματα έγκυρα και επιστημονικά αξιοποιήσιμα, απαιτείται η χορήγηση να πραγματοποιείται σε σταθερό και κατάλληλο πλαίσιο, με τυποποιημένη διαδικασία και από επαγγελματία με επαρκή κλινική κατάρτιση. Διαφορετικά, δεν τίθεται μόνο δεοντολογικό ζήτημα· τίθεται και ζήτημα επιστημονικής αξιοπιστίας των ίδιων των αποτελεσμάτων της στάθμισης.
Επιπλέον, στο σχολείο όπου υπηρετούν σχολικοί ψυχολόγοι, υπάρχει ήδη μια διαμορφωμένη σχέση εμπιστοσύνης και υποστήριξης με τους μαθητές, η οποία μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με τον ρόλο του αξιολογητή κατά τη χορήγηση ενός σύνθετου κλινικού ψυχομετρικού εργαλείου. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να διασφαλίζεται—σύμφωνα με παγιωμένες πρακτικές σε ευρωπαϊκά πλαίσια—ότι τη χορήγηση για σκοπούς στάθμισης αναλαμβάνουν επαγγελματίες ψυχολόγοι εκτός σχολικής μονάδας, με αποδεδειγμένη επαγγελματική επάρκεια για τη χορήγηση και διαχείριση σύνθετων κλινικών εργαλείων, ώστε να ελαχιστοποιείται η σύγκρουση ρόλων και να μεγιστοποιείται η ασφάλεια των συμμετεχόντων.
Στο ίδιο πλαίσιο προβληματίζει και το ενδεχόμενο χρήσης ενός τέτοιου κλινικού εργαλείου σε δομές ΚΕΔΑΣΥ, με τους υφιστάμενους περιορισμούς στελέχωσης και επιμόρφωσης. Αν υπάρχει η θεσμική πρόθεση για την αξιοποίηση κλινικών εργαλείων υψηλής πολυπλοκότητας, απαιτείται αναδιαμόρφωση του πλαισίου, σαφής θεσμική οριοθέτηση του ρόλου, καθώς και ουσιαστική, επαρκής και μακρόχρονη εκπαίδευση των επαγγελματιών—όχι σύντομες ολιγόωρες επιμορφώσεις—ώστε να εξασφαλίζονται σταθερά η δεοντολογία, η προστασία των εφήβων και η ποιότητα της διαδικασίας. Και φυσικά, αυτή η εκπαίδευση οφείλεται να παρέχεται δωρεάν σε δημόσιους λειτουργούς.
Ανακύπτει, μάλιστα, ένας επιπλέον ηθικός προβληματισμός σχετικά με το ενδεχόμενο τα εργαλεία αυτά να μην αποτελέσουν αποκλειστικά δημόσιο αγαθό, τουλάχιστον ως προς την εκπαίδευση των ψυχολόγων που θα τα χορηγούν. Ενδεικτικά, παρότι το ψυχομετρικό εργαλείο WISC-V σταθμίστηκε στο πλαίσιο της δημόσιας εκπαίδευσης, δεν έχει μέχρι σήμερα προβλεφθεί θεσμικά εκπαίδευση ψυχολόγων από δημόσιο φορέα για τη χορήγησή του. Αντιθέτως, η σχετική εκπαίδευση παρέχεται μόνο από ιδιωτικούς φορείς, με υψηλό οικονομικό κόστος, συμπεριλαμβανομένου και του εκδοτικού φορέα που κατέχει τα δικαιώματα του εργαλείου.
Τέλος, ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται σε σχέση με τη χορήγηση του συγκεκριμένου τεστ προσωπικότητας με σκοπό τη στάθμιση σε σχολικά πλαίσια αφορά τη διασφάλιση της συναίνεσης. Πέρα από την αυτονόητη συναίνεση γονέων και μαθητών που απαιτείται, χρειάζεται να λάβουμε υπόψη ότι στις σχολικές δομές του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού συστήματος υπάρχει μια μη ισότιμη ιεραρχική σχέση των μαθητών με το σχολικό πλαίσιο. Αυτό είναι πολύ επίφοβο να έχει ως αποτέλεσμα ακόμη και η εθελούσια συμμετοχή να είναι απόρροια μηχανισμών κοινωνικής συμμόρφωσης.
Πέρα ωστόσο από τα ζητήματα δεοντολογίας, η πιο ουσιαστική ανησυχία αφορά στην αναδυόμενη τάση συμπεριφορές παιδιών και εφήβων, που θεωρούνται προβληματικές και πράγματι μπορεί να δυσκολεύουν τα ίδια και το οικογενειακό και σχολικό τους περιβάλλον, να εξετάζονται υπό το πρίσμα της ψυχιατρικής και να παθολογικοποιούνται.
Φαίνεται τα τελευταία χρόνια να επιστρέφουμε θεσμικά σε προγενέστερα, πιο «παραδοσιακά» σχήματα κατανόησης της ψυχικής υγείας, τα οποία ωστόσο δεν επαρκούν ερμηνευτικά και κυρίως, δεν επαρκούν υποστηρικτικά. Ερμηνευτικά σχήματα που στέκονται στην αξιολόγηση της ατομικής συμπεριφοράς, έχουν αμφισβητηθεί και μέσα από αυτήν την αμφισβήτηση αναδύθηκαν τα σύγχρονα, κοινοτικά μοντέλα διαχείρισης της ψυχικής υγείας. Μία τέτοια κοινοτική δομή οφείλει να είναι κατεξοχήν και το σχολείο. Αν δεν προάγεται ως ένα περιβάλλον ασφάλειας, παιδείας, ελεύθερης σκέψης, όπου να καλλιεργείται το αίσθημα του ανήκειν, τότε για κανένα παιδί, αλλά και για κανέναν εκπαιδευτικό δεν διασφαλίζεται η ψυχική υγεία.
Οφείλουμε ως κοινωνικοί επιστήμονες να θυμόμαστε -καθώς και να υπενθυμίζουμε- πως ένα παιδί/ένας έφηβος, δεν ταυτίζεται με τη συμπεριφορά του, ούτε αυτή ορίζει την αξία του, την ταυτότητα και το μέλλον του. Γνωρίζουμε πως συμπεριφορές υψηλού κινδύνου δεν αποτελούν αποκλειστικά αποτέλεσμα ψυχοπαθολογίας μιας προσωπικότητας, αλλά την οδυνηρή έκφραση μιας κοινωνίας αφρόντιστης, που αδυνατεί να φροντίσει.
Υπό το πρίσμα του Κυρίαρχου Λόγου της ψυχιατρικής στην εφηβεία, εύκολα παραβλέπεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγαλώνουν οι έφηβοι: οι κοινωνικές συνθήκες, το πολιτειακό πλαίσιο, ο ρόλος του σχολείου και της ευρύτερης κοινότητας, καθώς και η ευθύνη του εκπαιδευτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος να στηρίζει την ομαλή ανάπτυξη και την ψυχική ανθεκτικότητα, αντί να λειτουργεί ανασταλτικά. Όταν η ψυχική δυσκολία αποσυνδέεται από αυτό το πλαίσιο, υπάρχει ο κίνδυνος ένα ζήτημα συλλογικό να αντιμετωπίζεται ως ατομικό «πρόβλημα». Αυτή η μετατόπιση δεν μπορεί να προσλαμβάνεται ως αθώα, καθώς τείνει να παραβλέπει τις βαθύτερες και πιο σύνθετες αιτίες της ψυχικής επιβάρυνσης και να συμβάλλει στη διαιώνιση και την αύξηση των ψυχοκοινωνικών δυσκολιών στην εφηβική ηλικία, όπως καταγράφεται σταθερά και από τη σύγχρονη έρευνα.
Ως Σύλλογος ΣΕΕΠΕΑ Νοτίου Αιγαίου θεωρούμε αναγκαίο να τοποθετηθούμε δημόσια, όχι σε πνεύμα άρνησης της επιστημονικής έρευνας ή της ανάγκης στάθμισης ψυχομετρικών εργαλείων, αλλά αποσκοπώντας σε έναν τεκμηριωμένο και υπεύθυνο διάλογο γύρω από τη στάθμιση και τη χρήση σύνθετων κλινικών εργαλείων στο εκπαιδευτικό πλαίσιο. Η διασφάλιση της επιστημονικής εγκυρότητας, της δεοντολογικής συνέπειας και της προστασίας των εφήβων οφείλει να συνδυάζεται με την προσεκτική συνεκτίμηση των κοινωνικών και σχολικών συνθηκών μέσα στις οποίες ζουν και αναπτύσσονται, ώστε η προστασία της ψυχικής υγείας να προσεγγίζεται όχι μόνο ως ατομικό σύμπτωμα, αλλά και ως ζήτημα συλλογικής ευθύνης και κοινωνικής αλλαγής.
________________________
Το Δ.Σ. του ΣΕΕΠΕΑ Νοτίου Αιγαίου